Κυριακή 1 Ιουνίου 2008

bloody sunday

Το νεαρό ζευγάρι πέρασε κάτω από το μπαλκόνι μου λίγο μετά τις 21.00. Εκείνος με ξανθιά μαλλιά, που όπως τα φώτιζε το φως από τη λάμπα της ΔΕΗ έδειχνε το οξυζενέ να είχε πέσει παραπάνω σε κάποια σημεία. Το ακορντεόν ακουμπούσε στους ώμους, που άφηνε γυμνούς το γιλέκο του. Το κορίτσι είχε λίγο πιο σκούρα μαλλιά και περπατούσε δίπλα του κοιτώντας προς τα πάνω, στα μπαλκόνια των πολυκατοικιών που ήταν φωτισμένα και άφηνε τις φωνές και τις μυρωδιές να χρωματίζουν το βραδάκι. Το τραγούδι το ίδιο εδώ και καιρό. "Σ' αγαπώ γιατί 'σαι ωραία", αν και το τελευταίο "ω" του ρήματος έμοιαζε να είναι λίγο παράφωνο. Ή το ακορντεόν ήταν ξεκούρδιστο ή το ακορντεονίστας άφηνε τη συγκεκριμένη νότα να του ξεφεύγει, όπως συχνά συμβαίνει και στη ζωή με το συγκεκριμένο ρήμα. όταν πρέπει να ειπωθεί, θα ειπωθεί, ο κόσμος να χαλάσει που λέει και η μάνα μου. Μα με τις λέξεις, μα με τις σιωπές και τη γλώσσα του σώματος θα αποτυπωθεί.
Το ζευγάρι κοντοστάθηκε κάτω από τα μπαλκόνια. Επαναλαμβάνοντας το ρεφρέν περίμεναν κάποιος να τους ρίξει μερικά κέρματα. Καμιά τύχη! Κέρματα δεν υπήρξαν, όπως και δεν υπάρχουν εδώ και καιρό στη ζωή μας μετά την έλευση του ευρώ. Λες και όταν χάθηκε η δραχμούλα χάθηκε και κομμάτι μιας πιο τρυφερής σχέσης που είχαμε με αυτά τα κομμάτια μετάλλου ή μάλλον με σημασιολογία τους.
"Hy, noйgём!" (ας πηγαίνουμε λοιπόν), άκουσα την κοπέλα να λέει αφού στο μεταξύ είχα βγει στο μπαλκόνι για να μαζέψω τα σκουπίδια. Από τις διπλανές πολυκατοικίες μπορούσα να ακούω φωνές να έρχονται από τα ρετιρέ, κανείς δε είχε ασχοληθεί όμως μαζί τους. Ο δρόμος ήταν σχεδόν άδειος. Άλλωστε είναι τόσο στενός και τα πεζοδρόμια έχουν μετατραπεί σε παγίδες για τους πεζούς (ο δήμαρχος κτίζει τη δική του "πυραμίδα"-δημαρχείο καθώς και τους "κρεμαστούς κήπους" στην παραλία), ενώ΄στο δρόμο συχνά πυκνά κατεβαίνουν με φόρα αυτοκίνητα-μεγαλύτερου κυβισμού απ' όσο θα έπρεπε.
Λίγο πιο κάτω όμως στη αρχή ενός ακάλυπτου που χωρίζει τη δική μας πολυκατοικία από την επόμενη υπήρχε μια παρέα νέων. Τα Σαββατοκύριακα μαζεύονταν εκεί δυο τρεις έφηβοι που μιλούσαν ρωσικά, απ' ότι μπορούσα να καταλάβω. Λίγο πιο μέσα ήταν οι γονείς τους ή ίσως κάποιοι οικογενειακοί φίλοι μεγαλύτερης ηλικίας. Έχουν βγάλει ένα τραπεζάκι στον ακάλυπτο και μαζεύονται, σχεδόν κάθε βράδυ το καλοκαίρι και σχεδόν πάντα έχουν απλωμένα στα σχοινιά που έχουν τοποθετήσει, ένα δυο χαλιά. Το ζευγάρι κοντοστάθηκε για λίγο να μιλήσει με τους πιτσιρικάδες. Άκουσα γέλια. Ο νεαρός άφησε το ακορντεόν στο πεζοδρόμιο.
Τους κοιτούσα από ψηλά. Η απόσταση δηλωτική ίσως της θέσης των σχέσεων που έχουν δημιουργηθεί με Εμάς και με Εκείνους εδώ και μια δεκαετία. Ένα σ' αγαπώ που ακούστηκε ξεκούρδιστο, ξεκάρφωτο,όπως ξεκάρφωτη θεωρείται για πολλούς και η παρουσία τους εδώ. Ένα τραγούδι που έφτασε από την απέναντι όχθη και από τους δικούς μας ξένους το '22, αποτελεί το ρεπερτόριο των ξένων που δε θέλουμε να κάνουμε δικούς μας σήμερα. Ένα ζευγάρι που κοιτάει ψηλά για την επιβίωση ως άλλοι διωγμένοι από τη γη των Φαραώ στο δρόμο για τη Γη της Επαγγελίας και ένα εγώ στο μπαλκόνι να κοιτάει προσπαθώντας να καταλάβει.
Το ζευγάρι τώρα περνάει στον ακάλυπτο, μιλάνε δυνατά και γελάνε. Το ξεκούρδιστο ακορντεόν μένει στο πεζοδρόμιο.
Sunday, bloody sunday. Sunday, bloody sunday.
And its true we are immune.
When fact is fiction and tv reality
And today the millions cry
We eat and drink while tomorrow they die

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου