Πριν μια εβδομάδα παρακολούθησα την ταινία Μετά
τη Λουτσία και ομολογώ πως ακόμα δυσκολεύομαι να χωνέψω το σκληρό ρεαλισμό της.
Ειδικά η σκηνή του τέλους με τον πατέρα να παίρνει στα χέρια του το σώμα του
ανήλικου συμμαθητή της κόρης του, που έθεσε σε κίνηση το δράμα και τον πετάει
σα σακί από πατάτες στη θάλασσα. Κανένα συναίσθημα, κανένα κοντινό στο πρόσωπο
κανένα δάκρυ, λυγμός, κραυγή, μόνο η μηχανή της βάρκας
να σχίζει να κύματα. Στην ταινία δεν υπήρχε χώρος για Αριστοτελική
κάθαρση. Δεν είμαι σίγουρη ότι μπορεί να είναι πια το ζητούμενο σε μια
πραγματικότητα που μας έχει ξεπεράσει, που δε προσφέρει κανένα έλεος ή μέτρο.
Το άλλο ανησυχητικό στην ταινία
είναι η αποκαθήλωση της αθωότητας των παιδιών. Η κατηγορία παιδί εμφανίζεται
στη Δύση τουλάχιστον μαζί με τη συγκρότηση του οικιακού χώρου και την σαφή
διαχωρισμό του από το δημόσιο. Από τότε έχε επενδυθεί με στερεότυπα που τη
θέλουν συνώνυμο της αγνότητας. Ειδικότερα από το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα η
άνοδος του καταναλωτισμού βρήκε στο παιδί το καλύτερο πελάτη του ενώ στις μέρες
μας μοιάζει να γινόμαστε όλοι παιδιά, ή τουλάχιστον αυτό δεν είναι το ζητούμενο
στις διαφημίσεις για δραπετεύσεις σε εξωτικά νησιά, τα γκατζετάκια
της νέα τεχνολογίας, στις online εικονικές πραγματικότητες. Τα παιδιά
έχουν επιθυμίες και δεν έχουν ευθύνες ή τουλάχιστον δεν τους αποδίδονται. Στην
τελική σκηνή από το Κεφάλαιο του Γαβρά ο ήρωας κοιτώντας μας μας λέει ότι οι
τραπεζίτες είναι σαν τα παιδιά, τους δίνεις αυτό που ζητάνε και τους κρατάς
ευχαριστημένους. Το κακό είναι ότι σε έναν μη ελεγχόμενο και αδηφάγο
καπιταλισμό ζητάν όλο και περισσότερα. Περισσότερο χρήμα, περισσότερες
γυναίκες, περισσότερα παιχνίδια. Μοιάζει ο Homo Ludens να εξορίζει το
Homo Sapiens. Και τα παιδιά/έφηβοι στο Μετά τη Λουτσία παίζουν με τα
παιχνίδια της εποχής τους.
Σε οικογένειες που οι γονείς είναι
απόντες, (πόσο μάλλον στην οικογένεια της Άλεχάντρα που μετά το θάνατο της
μαμάς της, Λουτσία, η κόρη μοιάζει να είναι εκείνη που φροντίζει τον πατέρα που
τα έχει παρατήσει όλα και έχιε παραιτηθεί στον πόνο του), οι δάσκαλοι είναι το
ίδιο απόντες, αποφεύγοντας τις ευθύνες μέσα από μια τυπολατρία που λατρεύει
τα ιατρικά τεστ διάγνωσης χρήσης ναρκωτικών αλλά δε βλέπουν τι γίνεται
στις τουαλέτες και στις αίθουσες διδασκαλία, τα παιδιά παίζουν του μεγάλους,
σνιφάρουν ναρκωτικά, κάνουν τζακούζι στα εξοχικά και σεξ χωρίς συναίσθημα και
το βιντεοσκοπούν για να το μοιραστούν στα social media. Αυτό δεν κάνει και μια
ολόκληρη κοινωνία του φαίνεσθαι, μοιράζεται στα μέσα κοιννωική δικτύωσης αλλά
δε μοιράζεται με το διπλανό της, με το γείτονα, με το παιδί της. Και έτσι η
Αλεχάντρα που μέσα σε μια στιγμή ιδιωτική που έγινε δημόσια, μέσα από το
πέρασμα της παιδικότητας από ιδιωτική αξία σε καταναλωτικό αγαθό, της
μεταμόρφωσης του σώματος σε άυλο ψηφιακό σημείο μετατρέπεται και η ίδια σε μη
άτομο, σε υποδοχέα λεκτικής και γραπτής βίας, εκβιασμών και σπέρματος. Τα
παιδιά δεν την αποκλείουν από την παρέα τους αλλά της τοποθετούν στο
κέντρο της ως τρόπαιο της εξουσίας τους, της συνενοχής τους και της
συνοχής τους ως ομάδας. Και εκείνη το δέχεται σιγά σιγά χωρίς να
αντιστέκεται, αφού δεν έχει να στραφεί σε κανένα. Ακόμη και η απόδρασή της
καταλήγει σε μια φυλακή: στο έρημο κρεβάτι ενός άδειου σπιτιού που κάποτε
φιλοξενούσε μια οικογένεια, την οικογένειά της.
Και όταν το μυστικό της παρέας
αποκαλύπτεται στον πατέρα, στο σχολείο, στην αστυνομία όλοι μοιάζουν αμήχανοι, όπως
ήταν και το στήσιμο των κάδρων στην ταινία, μακρινά και
αποστασιοποιημένα, χωρίς κίνηση, παγωμένα, να αποδώσουν δικαιοσύνη,
ευθύνες να ψάξουν να βρουν τα αίτια. Και έτσι καταλήγουμε στη διαιώνιση
της βίας ως λύσης, ως τέλους χωρίς κάθαρση και έλεος. Δεν ξέρω γιατί αυτή η
τελική σκηνή δε λέει να φύγει από τις σκέψη μου. Ίσως αυτή η έλλειψη αισθήματος
σε αυτή την πράξη αυτοδικίας που υπογραμμίζει το βαθμό της οικειοποίησης
της βίας ως μέσου τιμωρίας και δικαίωσης που ξαφνικά δε φαντάζει τόσο μακρινή
είναι που στοιχειώνει το μυαλό μου.




