Ποιο είναι το πρόσωπο του Θεού; Είναι ο τιμωρός και
εκδικητής που αφανίζει τα Σόδομα και ρίχνει τα τείχη της Ιεριχούς
καταπλακώνοντας τους άπιστους ενώ σχίζει στα δύο τη θάλασσα για να σώσει από το
μένος τον περιούσιο λαό; Ή πρόκειται για το στοργικό πατέρα, τον ελεήμονα που
συγχωρεί τον παραστρατημένο γιο και σώζει τον Ιωνά από το κήτος; Σε κάθε
περίπτωση πάντως μοιάζει να είναι αυτός που θέτει το όριο για το ποια έκφραση
θα πάρει η αποκάλυψή του στους ανθρώπους. Αυτή είναι η τάξη του και η εξουσία
του. Εάν όμως ο άνθρωπος είναι ένθεο δημιούργημα, τότε σε ποιο βαθμό αυτές οι
αντιφατικές παρουσίες του θείου υπάρχουν μέσα του;
Ο χαρακτήρας του Kurtz
μοιάζει να έχει απαρνηθεί τα συμβατικά όρια που θέτουν οι ανθρώπινες και ειδικά
οι σύγχρονες, δυτικές κοινωνίες μετά το Διαφωτισμό, όπου και αρχίζουν να
θεσμοθετούν το πολιτικό με βάση την ηθική. Ο Kurtz, ο
καλός αμερικανός και στρατιώτης μοιάζει να έχει περάσει το σύνορο του κοινωνικά
λειτουργικού ανθρώπου. Έχει αφήσει πίσω την οικογένεια (κάποιες ασπρόμαυρες
φωτογραφίες στο προσωπικό του χώρο έχουν ξεθωριάσει μαζί με τις αναμνήσεις
του), την πατρίδα (τα παράσημά του μένουν σ’ ένα κλειστό κουτί), τη γλώσσα (η
ποίηση που απαγγέλει από τους Κούφιους Ανθρώπους του Έλιοτ γίνεται σχεδόν
παραληρηματική στο τέλος, στο τέλος της γλώσσας, στο τέλος του κόσμου «όχι μ’
έναν πάταγο, άλλα μ’ ένα λυγμό». Ανάμεσα στα βιβλία του βρίσκεται ο Χρυσός
Κλώνος του Φρέιζερ το κυριότερο βιβλίο του 19ου αιώνα για την
κατανόηση του ‘πρωτόγονου’ ανθρώπου).
Ο Kurtz έχει αποσυρθεί από την επικράτεια του πολιτισμού στη
ζούγκλα. Την έχει αγκαλιάσει, όπως το τροπικό δάσος αγκαλιάζει τα συντρίμμια
του αρχαίου ναού, ποιανού Θεού; Της ανθρωποθυσίας; Στο βασίλειο του Kurtz
υπάρχει ο νόμος του ή ο θάνατος. Τα άδεια κουφάρια ‘στολίζουν’ το ναό του. Τα
γδαρμένα σώματα κρέμονται σαν ώριμα φρούτα από τα δέντρα. Το σκαλπ του
αμερικανού στρατιώτη που το πετάει στο φυλακισμένο Willard μοιάζει με μια άδεια μάσκα. Γιατί ο Kurtz
καταφεύγει σε όλη αυτήν τη βία; Για να παραδειγματίσει; Για να επιβάλει την
εξουσία του; Για να καθυποτάξει κάθε μορφή αντίστασης; Νομίζω ότι η αιτία είναι
πιο ζοφερή. Το κάνει γιατί μπορεί. Ο Kurtz δεν έχει μόνο ασπαστεί
τα πρόσωπα του Θεού δε ψάχνει να Τον βρει, τον έχει υποκαταστήσει. Σε όλη αυτήν την παραφροσύνη
του πολέμου, όπου η βία έχει γίνει ο μόνος Λόγος, ο Kurtz, σαν
άλλος Υπεράνθρωπος, την ασπάζεται και την επιβάλει αντί να περιμένει να πάρει
τις εντολές του από την Ουάσιγκτον. Τι κάνει όμως τους ανθρώπους του να τον
υπακούν; Είναι ο φόβος και το δέος απέναντι στην απόλυτη και καθαρή βία, είναι
ο ζόφος που άφησαν πίσω στα καιόμενα από τα Ναπάλμ σπίτια τους και στα λαγούμια
των Βιετκόνγκ; Και πάλι νομίζω ότι είναι κάτι πιο βαθύ και ίσως πιο
ανθρώπινο.
Ο Θεός-Kurtz τους απαλλάσσει από την ευθύνη της επιλογής και η
τελευταία προσδιορίζει το ανθρώπινο. Όπως μας θυμίζει ο Στάινμπεκ στα Ανατολικά
της Εδέμ, η εβραϊκή λέξη για τον κόσμο, timshel,
κυριολεκτικά μεταφράζεται ως αυτό που δίνει επιλογή. Αν ο Θεός δημιούργησε τον
κόσμο, δημιούργησε αυτό που δίνει επιλογές και ο άνθρωπος πρέπει να τις κάνει
κάθε στιγμή της ζωής του παίρνοντας την ευθύνη. Υποκαθιστώντας τον Θεό, ο Kurtz
πλάθει το δικό του κόσμο, τις δικές του επιλογές, απαλλάσσοντας του
υπηκόους/πιστούς από κάθε άλλη σκέψη, κάθε άλλη ευθύνη. Και αυτό σε ένα
περιβάλλον συνεχούς πολέμου μπορεί να είναι τόσο καταπραϋντικό. Και αυτό ο Kurtz το
κατανοεί.
Τι γίνεται όμως με τον άνθρωπο-Kurtz έχει
αφομοιωθεί από την αφροδισιακή δύναμη της εξουσίας ή τον έχουν αποκοιμίσει τα
ψυχοτρόπα ναρκωτικά; Νομίζω ότι καραδοκεί στις σκιές. Είναι αυτόs που
περιμένει την έλευση του Willard. Έχει σιχαθεί τα ανδρείκελα, τους υπηκόους σαν τον
φωτορεπόρτερ (Ντ. Χόπερ) που τον βλέπει ως «μεγάλο άνθρωπο», άλλη μια αναφορά
στον Έλιοτ και περιμένει κάποιον σαν τον Willard, «το
παιδί για τα θελήματα», όπως του λέει, για να τον λυτρώσει; Ή να τον αποθεώσει,
αυτός ένας άλλος καλός αμερικανός στρατιώτης που εκτελεί τις εντολές της
πατρίδας; Ο Λάιος πεθαίνει από το χέρι του γιού του. Ο Kurtz θέλει
ο Willard να τον καταλάβει,
γι’ αυτό και επικοινωνεί μαζί του όχι μέσα από το φόβο αλλά τη λογική. Του διαβάζει
αποσπάσματα από τους Time για την
αμερικανική πολιτική στο Βιετνάμ, τον αφήνει ‘ελεύθερο’ να περιπλανηθεί στο
βασίλειό του. Ο θάνατος του Θεού δεν δημιουργεί και το χώρο για την έλευση του
επόμενου; Ο λαός του Kurtz υποκλίνεται στον Willard όταν
αυτός έχει διαπράξει το φόνο. Έχουν ήδη σφάξει τον ταύρο ιεροτελεστικά και
έχουν παρακαλέσει το Θεό να τους ελεήσει. Και αυτός το κάνει. Ο Θεός πέθανε,
ζήτω ο Θεός. Και εκεί στην ώρα του λυκόφωτος, ο Kurtz
συναντά την αλήθεια του, τη φρίκη. Πού αναφέρεται όμως στην κληρονομιά του ή σε
αυτό που αντικρίζει; Πρόκειται για μια κραυγή συγχώρεσης, ανακούφισης για το
τέλος ή για μια προειδοποίηση.
«Kαι θα τον λατρέψουν οι δούλοι του και θα βλέπουν το πρόσωπό του, και το όνομά του
θα είναι γραμμένο πάνω στα μέτωπά τους. Nύχτα δε θα υπάρχει εκεί και δε θα έχουν ανάγκη από
λυχνάρια ούτε κι από το φως του ήλιου, γιατί θα τους φωτίζει ο Kύριος ο Θεός, και θα βασιλέψουν στους αιώνες των αιώνων»
(Αποκάλυψη κεφ. 22)
Ο γιος-Willard φεύγει αφήνοντας ακέφαλο το βασίλειο του Kurtz. Η
ηθική τάξη αποκαθίσταται; Πώς; Μέσα από το φόνο. Πώς αρχίζει η ανθρώπινη
ιστορία σύμφωνα με το χριστιανισμό; Με τη πτώση, τη έξοδο και το φόνο. Πού πάει
όμως ο Willard; Στον πόλεμο και τον σπαραγμό. Με δυο λόγια στη ‘ζούγκλα’
εμπρός του και εντός του. Στη φρίκη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου